Φεβρουάριος 15, 2015 eugenia

Η κριτική της ηθικής φιλοσοφικής παράδοσης από τον Nietzsche με αναφορά στην γενεαλογία της ηθικής

Η κριτική της ηθικής φιλοσοφικής παράδοσης από τον Nietzsche

με αναφορά στην γενεαλογία της ηθικής

Ευγενία Παπαδοπούλου

Ο Nietzsche γεννήθηκε κοντά στη Βόννη το 1844 και πέθανε στα 1900. Από τους τελευταίους υπαρξιστές φιλοσόφους, σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για Θεολογικές σπουδές. Όμως η αλλαγή στην σκέψη των μετεφηβικών του χρόνων τον οδήγησε στο χώρο της Φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια τον βλέπουμε καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία. Από τότε θα αρχίσει το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Μίλησε για τους πάντες και τα πάντα. Υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων και ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφονται με οξύ και επιθετικό τρόπο, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Στο έργο του Nietzsche ανάγουν τις ρίζες τους η αναλυτική φιλοσοφία ,η μετανεωτερική σκέψη και οι διάφορες ερμηνευτικές σχολές.
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται την κριτική της ηθικής φιλοσοφικής παράδοσης από τον Nietzsche, με αναφορά στο έργο του «Γενεαλογία της Ηθικής».

Η προβληματική του Nietzsche

Η διαλυτική σκέψη του Nietzsche κατέρριψε τη μεταφυσική παράδοση που ξεκίνησε τον 5ο αιώνα π.Χ. και άνοιξε νέους ορίζοντες στη φιλοσοφία του 20ου αιώνα. Διακήρυξε ότι ο άνθρωπος λοξοδρόμησε από την ορθή κατανόηση της υπόστασής του, που είναι, σύμφωνα με τους ομηρικούς και προσωκρατικούς φιλοσόφους, η επιβολή του επί των άλλων και η υπόταξή τους στη δύναμη της βούλησής του. Η λανθασμένη πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, σύμφωνα με το Nietzsche, έχει τις ρίζες της στον πλατωνικό Σωκράτη, ο οποίος όρισε τη φιλοσοφία ως “μελέτη θανάτου” και αναγνώρισε ως σκοπό της την απελευθέρωση της ψυχής από το θνητό σώμα, προκειμένου να της δώσει τη δυνατότητα να παραμείνει μόνιμα στον κόσμο των ιδεών. Η αποστροφή αυτή προς το ανθρώπινο σώμα καταδεικνύει «την κατάπτωση των σωματικών και των διανοητικών δυνάμεων που δίνουν στον άνθρωπο υπόσταση μέσα στον κόσμο». Η λατρεία του θανάτου ισχυροποιήθηκε με το Χριστιανισμό ο οποίος, κατά το Nietzsche, αποτελεί μετεξέλιξη της πλατωνικής μεταφυσικής. Ο πολιτισμός που χτιζόταν στο όνομα της λογικής (που απέρριπτε τη φυσική ορμή) και της προσήλωσης στα θρησκευτικά δόγματα (που εξωθούσε τον άνθρωπο στην αυτοτιμωρία) στερούσε από τον άνθρωπο κάθε έννοια ελευθερίας.
Η προβληματική του Nietzsche όμως, προχωράει ακόμη περισσότερο. Θεωρούσε ότι ο ουμανισμός του 18ου αιώνα στην πραγματικότητα αποτελούσε την εκκοσμικευμένη μορφή της παραδοσιακής θρησκευτικότητας, καθόσον οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να είναι υποταγμένοι σε κάποια υπερβατική νομοτέλεια. Αυτή τη φορά τη θέση του Θεού είχε καταλάβει η μορφή της Ανθρωπότητας, της Κοινωνίας, του Έθνους ή της Λαϊκής Κυριαρχίας, παράλληλα όμως η χριστιανική υπεροχή της Εκκλησίας παρέμενε αλώβητη. Σύμφωνα με το Nietzsche, οι ιδεολογίες του 19ου αιώνα (δημοκρατία, ωφελιμισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός) προσποιούνται ότι αντίκεινται στην παραδοσιακή θρησκεία, διακηρύττοντας την ισότητα, η οποία όμως έχει στην πραγματικότητα την έννοια της ισοπέδωσης όλων στο όνομα μιας κυρίαρχης εξουσίας ντυμένη με το πέπλο της ηθικότητας. Το μοιρολατρικό πλήθος συνωμοτεί ενάντια στις ξεχωριστές προσωπικότητες που επιδιώκουν την ανάπτυξη της ανθρώπινης δημιουργίας.
Ο Nietzsche πρέσβευε ότι καθήκον της ελεύθερης ανθρώπινης σκέψης ήταν να επιστρέψει στην προσωκρατική φιλοσοφία. Για να προχωρήσουμε όμως στο βήμα αυτό, πρέπει να καλλιεργήσουμε τις ιδέες του “θανάτου του Θεού” και του “θανάτου του ανθρώπου”, ήτοι του ανθρώπου εκείνου που διαμόρφωσαν οι προσταγές της παραδοσιακής θεολογίας. Με τη θέση του αυτή, ο Nietzsche επιχειρεί να καταρρίψει όλες τις ιδεολογίες που πήγαζαν από τη μεταφυσική του 19ου αιώνα. Παρά τον προσανατολισμό της προς τη φύση, ο Nietzsche θεωρούσε τη σύγχρονή του επιστήμη ως μια «διανοητική ασκητική» και τον επιστήμονα ως «το χριστιανό ιερέα που έχει απλώς αλλάξει άμφια». Η φιλοσοφία που διακήρυττε ο Nietzsche, αναδείκνυε έναν νέο άνθρωπο, απαλλαγμένο από τα ψεγάδια του παρελθόντος, με έντονα σημάδια βουλητικής ορμής. Η νέα επιστήμη του είχε αληθή γνώση της φύσης και χαρακτηριζόταν από ασυγκράτητη ευθυμία, καθώς αντιλαμβανόταν την κυριαρχία της. Βασικό εργαλείο του νέου φιλοσόφου του Nietzsche ήταν το σφυρί που θρυμμάτιζε τις παλαιές αξίες. H ανάγκη για επαναξιολόγηση των αξιών κρίνεται επιτακτική, προκειμένου οι άνθρωποι να πάψουν να μισούν τον εαυτό τους (δηλαδή το σώμα τους) και να απαγκριστρωθούν από το χριστιανικό (θεολογικό ή κοσμικό) ανθρωπισμό. Οι θέσεις του Nietzsche έσπαζαν τους δεσμούς και τους κανόνες της κοινωνίας της εποχής του, καταβαραθρώνοντας ολόκληρο το οικοδόμημα (θεσμικό και διανοητικό) του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η κρίση αυτή σηματοδότησε την εποχή του ευρωπαϊκού μηδενισμού. Ο ίδιος ο Nietzsche γράφει για τον εαυτό του: «Είμαι ένας μηδενιστής που αναλογίσθηκε και έζησε ως το τέρμα του μηδενισμού του».

Με την κριτική του της ηθικής ο Nietzsche έκανε έργο ανανεωτικό, έθεσε υπό κρίση και συζήτηση αυτό που φαινόταν αυταπόδεικτο. Πριν από αυτόν , η ηθική ασκούσε τρομερή δύναμη στην φιλοσοφική σκέψη ως κάτι έγκυρο για όλους τους καιρούς και όλους τους τόπους η αξία του οποίου ήταν δεδομένη, πραγματική και πέρα από κάθε κρίση και αμφισβήτηση.
Ο Nietzsche αντικρούει την «ωφελιμιστική» εξήγηση της ηθικής, που ισχυρίζεται , ό,τι στην αρχή, διεκηρύσσετο «καλό» αυτό ήταν ( εθεωρείτο) ως ωφέλιμο. Ισχυρίζεται, αντίθετα, ότι η αντίθεση μεταξύ καλού και κακού γεννιέται στην αρχή της συνειδητοποίησης της απόστασης που υπάρχει μεταξύ της κυριαρχούσας ομάδας και του «ανθρώπινου υποεπιπέδου». Διεκηρύσσετο καλό εκείνο που έρεπε προς την ανάπτυξη της επιβίωσης της κυριαρχούσας ομάδας, κακό αυτό που την ζημίωνε και βοηθούσε το «υποεπίπεδο». Ο Nietzsche κήρυξε τον πόλεμο στην ηθική που πίστευε πως οδηγεί σε έναν ειδικό τρόπο συμπεριφοράς, τον οποίο υφίσταται ο άνθρωπος, σαν μια πραγματική «προσβολή της προσωπικότητας του» και οραματίστηκε μια ανώτερη φάση της ζωής .
Η κριτική της ηθικής στο Nietzsche είναι άμεσα συνδεδεμένη με την «πολιτική». Απογοητευμένος από την εποχή του, κηρύσσει το κήρυγμα του για το μέλλον, την εποχή του Υπερανθρώπου, του όντος εκείνου που θα είναι η συνέχεια και η αντίθεση της ανθρωπότητας και ο οποίος θα χαρακτηρίζεται , από την «ανηθικότητα» του, την μεγαλειώδη δύναμη του, την λαμπρότητα, την μοναχικότητα και την χαρά του. Αλλά το μέλλον αυτό δεν θα είναι ένα Υπερπέραν. Δεν θα έχει αξία, παρά γινόμενο καθημερινότητας .
Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, λέει ο Nietzsche πρέπει πρώτα να τον αναζητήσει. Πρέπει λοιπόν να επιστρέψει στις ρίζες του, στο «απώτερο παρελθόν», γιατί « το μέλλον ανήκει σ΄εκείνον που θα έχει την πιο μακριά μνήμη». Διακηρύσσει πως οποιαδήποτε ηθική επιταγή εμφανίζεται σαν σύμπτωμα μιας νοοτροπίας και τελικά μιας ανησυχίας. Πρέπει λοιπόν να ταξινομεί κάποιος τις ηθικές κρίσεις ,να ιχνηλατεί την ιστορία και γιαυτό να ανεβαίνει ως τις πηγές. Πρέπει να μελετά τις συνθήκες από τις οποίες εμφανίσθηκαν οι επιταγές αυτές και ύστερα να ξανακατεβεί χρονικά προς το παρόν . Πρέπει να διαπιστώσει ποίου ηθικού τύπου έκφραση είναι αυτές οι επιταγές.
Με λίγα λόγια η «επιστήμη της ηθικής» που ιδρύθηκε από το Nietzsche, είναι μια επιστήμη γενεαλογίας. Εκτιμάται ιστορικά και έπειτα κοινωνιολογικά με ερωτήματα όπως: «Με τι είδους συστήματα αξιών συνδέεται αυτή η εκπεφρασμένη αξία; Σε τι πλαίσιο γεννήθηκε αυτό το σύστημα; Με τι σκοπό εκφράστηκε (δηλαδή υπέρ ή κατά ποιας συγκεκριμένης αξίας;) Ποιος επικαλείται το σύστημα αυτό; Σε τι πλαίσιο το κάνει; Σε πλαίσιο ισχύος ή κόπωσης των συγκεκριμένων αξιών;» κλ.π

Η Ηθική θεωρία του Friedrich Nietzsche στηρίχθηκε στην διακήρυξη του, για την ανάγκη μεταστοιχείωσης του ηθικού τρόπου διαβίωσης, προκειμένου να υπάρξουν νέες αξίες που θα διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο κύριος άξονας του πολιτισμού κατά τον φιλόσοφο, είναι οι κανόνες που ορίζουν την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου. Όμως, οι ηθικές αξίες του παρελθόντος, πάνω στην οποίες θεμελιώθηκε η ανθρώπινη ζωή, κατά τον Nietzsche κατέρρευσαν.Ο Nietzsche οδηγήθηκε στην παραπάνω διακήρυξη επειδή απέρριπτε την αντικειμενική ύπαρξη της αλήθειας και αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού.
Βασικούς όρους της ηθικής φιλοσοφίας του Nietzsche αποτελούν η ηθική του κυρίου, η ηθική του δούλου και η ηθική του υπεράνθρωπου. Με τον όρο «κύριος» ο Nietzsche χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που έχει αναπτυγμένη επιθετική διάθεση και επιθυμία επιβολής πάνω στους άλλους. Τα πρόσωπα αυτού του είδους ο Nietzsche τα αποκαλεί επίσης αριστοκράτες. Αντίθετα, τους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από υποχωρητικότητα και μετριοπάθεια ο Nietzsche τους ονομάζει δούλους.
Αφού, λέει ο Nietzsche αναπτύσσοντας πάνω στΟ θέμα αυτό τα επιχειρήματα του, το καλό και το κακό έχουν σχετική αξία, τόσο οι κύριοι όσο και οι δούλοι μπορούν να χρησιμοποιούν τους ηθικούς όρους όπως θέλουν. Για τον κύριο, π.χ., καλό είναι ό,τι εκπορεύεται από τη βούληση του, μια δύναμη επιβολής δηλαδή, ενώ κακό είναι οτι¬δήποτε τον υπονομεύει. Αντίθετα, για τους δούλους καλό είναι η αδυναμία, η συμπόνια, ο οίκτος και γενικά ό,τι φέρνει τους ανθρώπους κοντά, ενώ κακό είναι η διεκδίκηση και η προσωπική προβολή. Μπορεί όλα αυτά, λέει ο Nietzsche, να φαίνονται μπερδεμένα στην ανθρώπινη κοινωνία, στη φύση όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Αφού κάθε ον στη φυσική του κατάσταση αισθάνεται να ελκύεται από την ανάγκη για μια διαρκώς διευρυνόμενη, όλο και μεγαλύτερη κυριαρχία στον κόσμο. Με αυτή την έννοια, η βούληση για δύναμη δεν είναι τίποτε άλλο τελικά παρά η βούληση για ζωή, η δύναμη που σπρώχνει κάθε ον στον αγώνα για επιβίωση.
Η ηθική του κυρίου λοιπόν ταιριάζει απόλυτα στη φύση, ενώ αντίθετα η ηθική του δούλου είναι κάτι αφύσικο και παράξενο (κάτι δηλαδή σαν αρρώστια) που σπρώχνει τον άνθρωπο στο περιθώριο της πραγματικής ζωής. Γιατί ο δούλος, αν και ως μέρος της φύσης διέπεται κι αυτός, όπως όλα τα άλλα όντα του κόσμου μας, από τη βούληση για δύναμη, εντούτοις καταπνίγει μέσα του την αληθινή του φύση και περιορίζεται μοιρολατρικά στον εαυτό του. Με την έννοια αυτή, σημειώνει ο Nietzsche, η ηθική του δούλου είναι η μεγαλύτερη αρρώστια, από την οποία όμως το ανθρώπινο γένος μέχρι σήμε¬ρα δεν έχει θεραπευτεί: η αρρώστια του ανθρώπου που υποφέρει από τον εαυτό του μέσα στον εαυτό του.
Ωστόσο, στη νιτσεϊκή ηθική τόσο η ηθική του δούλου όσο και η ηθική του κυρίου δεν είναι παρά ένας ενδιάμεσος σταθμός, ο οποίος πρέπει να ξεπεραστεί γρήγορα από την ανθρωπότητα για να φτάσουμε στο πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς που μας ταιριάζει, στον υπεράνθρωπο.

Ο Υπεράνθρωπος πού ανήγγειλε ο Nietzsche δεν είναι ο υπερ-άνθρωπος των γενετικών επιστημών. Δεν είναι ένα όν πού θα είχε τα προσόντα πού δεν έχει ο «κανονικός» άνθρωπος, ή τα ίδια προσόντα σε μεγαλύτερη διάσταση. Ο Υπεράνθρωπος του Nietzsche, είναι ο άνθρωπος πού υπερβαίνει τον εαυτό του. Για να μπορεί να υπερβεί τον εαυτό του, πρέπει να θέλει να τον υπερβεί. Είναι η θέληση της δύναμης. Θέληση και Δυνατότητα, είναι εδώ στενά αλληλένδετες. Στην πραγματικότητα, η υπερανθρώπινη θέληση θεμελιώνει τον υπεράνθρωπο, αλλά δεν επιτρέπει ποτέ να τον φθάσει στην ολοκλήρωση του. Ο «Τελειωμένος» Υπεράνθρωπος είναι ένας άφθαστος, μη πραγματοποιήσιμος σκοπός. Γιαυτό αυτό άλλωστε η Ιστορία είναι «αιωνιότητα» (και επίσης χαρά). Ο νιτσεικός ήρωας τείνει προς τον ανώτερο σκοπό, δρα σαν να υπήρχε ένας απώτερος σκοπός (ένας σκοπός πέρα από τον όποιο δεν υπάρχουν πλέον άλλοι σκοποί), γνωρίζοντας συνάμα οτι αυτός ο σκοπός δεν υπάρχει. Ο απώτερος σκοπός μπορεί να συγκριθεί με την γραμμή του ορίζοντος, πού απομακρύνεται όσο την πλησιάζει κανείς.
Από την άλλη πλευρά, ο Nietzsche ξέρει καλά ότι αυτή ή δικέφαλη ιδέα (ή ανάγκη να τείνει προς ένα απώτερο σκοπό και ή απόλυτη συνείδηση ότι δεν υπάρχει) είναι ανυπόφορη για πολλούς. Οι περισσότεροι δεν θα μπορέσουν να την αποδεχθούν και θα προσπαθήσουν να την υπερφαλαγγίσουν. Ο Nietzsche χαίρεται γιαυτό, γιατί βλέπει εκεί ένα μέσο επιλογής, που θα επιτρέψει να διαχωρίσει τους «πνευματικώς δυνατούς» από τους ασθενείς και τους αδυνάτους. Οι δυνατοί, γράφει, «θα είναι τα στοιχεία πού θα είναι ικανά για την μεγαλύτερη σκληρότητα προς τον εαυτό τους και θα μπορέσουν να εγγυηθούν για την πιο επίμονη θέληση»
Καταλαβαίνει κανείς απ’ αυτά, γιατί ο Nietzsche αρνείται την κλασσική ιδέα του Θεού. Επί αιώνες, ο άνθρωπος πίστεψε ότι ο ανώτερος σκοπός της γης μπορούσε να επιτευχθεί, ότι αυτός ο σκοπός είχε υποδειχθεί από τον Θεό και ότι ήταν ο Θεός. Ο νιτσεϊκός ήρωας, αντίθετα, πρέπει να βρεί στον εαυτόν του την ενέργεια της ύπαρξης του και την ενέργεια της υπέρβασης της.
Έτσι δίνει μια διάσταση και μια ουσία στην «ύπαρξη του στον κόσμο». θέληση της δύναμης εμφανίζεται έτσι ως ή πεμπτουσία της ζωής, υπό την έννοια της ενεργείας και του πεπρωμένου. «Παντού όπου βρήκα κάτι ζωντανό, βρήκα την θέληση της δύναμης», γράφει. Ό υπεράνθρωπος βρίσκεται πέρα από τον ανώτερο άνθρωπο, για τον όποιο μιλά ο Ζαρατούστρας και ο οποίος είναι η μακρινή υπόσχεση. Είναι εκείνος πού θέλει την συνεχή ιστορικότητα, την αναγέννηση του χρόνου και την ιστορία-αιωνιότητα. Ο ανώτερος άνθρωπος είναι κατά κάποιο τρόπο ο «από μηχανής Θεός». Στις ταραχώδεις και απελπισμένες εποχές, εμφανίζεται, κατά το Nietzsche, πάντα μια εξαιρετική μορφή, στην οποία το πεπρωμένο εμπιστεύεται την αποστολή να αλλάξει την ροπή των πραγμάτων. Οι μεγάλοι άνθρωποι, υποστηρίζει, είναι το προϊόν μιας εποχής, πριν να γίνουν οι σφυρήλατοι της.
Μπορεί η ιδέα του υπερανθρώπου να είναι πραγματικά ορόσημο για την νιτσεϊκή φιλοσοφία, εντούτοις όμως το περιεχόμενό της δεν είναι σαφές. Ο Nietzsche τον φτιάχνει με θερμή καρδιά και ψυχρό κεφάλι, βρυχούμενο, αλλά και σκεπτόμενο, ένα πλάσμα δηλαδή αντιφατικό, που παρά την ποιητική και γεμάτη έξαρση γλώσσα, την οποία χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος για να τον περιγράψει, παραμένει εξαιρετικά απροσδιόριστος. Αν όμως ο άνθρωπος έχει σαφή εικόνα για το τι ακριβώς είναι το πρότυπο συμπεριφοράς που προτείνει ο Nietzsche, είναι προφανώς αδύνατο, να καταλάβει το ηθικό του χρέος ώστε να το ακολουθήσει.

Ο Nietzsche έχει καταγραφεί στην ιστορία ως ένας μηδενιστής, με την έννοια του ανθρώπου που δεν πιστεύει στην αξία της ηθικής ζωής. Το σωστό όμως είναι ότι ο Nietzsche υπήρξε ένας ριζοσπαστικός μεταρρυθμιστής, ένας επαναστάτης που επεδίωξε να αναμορφώσει ριζικά την ηθική μας ζωή και όχι να την καταργήσει. Κατά το Nietzsche, είναι γεγονός ότι οι ηθικές αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ζωή των ανθρώπων κατά το παρελθόν χρεοκόπησαν. Η παραδοσιακή ηθική λοιπόν δεν μπορεί πια να καλύψει τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος αισθάνεται επιτακτικά την ανάγκη για μια μεταξίωση των ηθικών προτύπων του. Αυτή η μεταξίωση της ηθικής που εισηγήθηκε ο Nietzsche υπαγορεύθηκε από δύο βασικές ιδέες της φιλο¬σοφίας του: α) από τη σχετικότητα της αλήθειας, και β) από το θάνατο του Θεού. Ιδέες οι οποίες αν και φαινομενικά ξένες, εντούτοις συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά, ώστε η μία να παραπέμπει στην άλλη. Αφού η αλήθεια, λέει ο Nietzsche, είναι σχε¬τική, ο καθένας από εμάς μπορεί να ορίζει ως αληθινό ό,τι πιστεύει ως τέτοιο, ανάλογα με την εικόνα που έχει σχηματίσει μέσα του για την πραγματικότητα. Ακόμα και ο Θεός που κατά την παραδοσιακή αντίληψη περιόριζε με την παρουσία του την ανθρώπινη δραστηριότητα, ξεχωρίζοντας την αλήθεια από το ψέμα, δεν υπάρχει πια. Και αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται και δεν τίθεται στην ανθρώπινη εξέλιξη κανένας φραγμός. Ωστόσο, θα ήταν λάθος μας στο σημείο αυτό να παρ-συρθούμε από την ακραία πράγματι αντίδραση του Nietzsche προς τη χρεοκοπημένη ηθική της εποχής μας και να συμφωνήσουμε με όσους θεωρούν το φιλόσοφο ως μηδενιστή. Ο Nietzsche με την πρόταση του για τον υπεράνθρωπο μας υπέδειξε την ανα¬γκαιότητα ενός νέου ηθικού προτύπου. Οι ιδέες του, αν και ασαφείς, δείχνουν εντούτοις ότι ο φιλόσοφος δεν ήταν ένας στείρος αρνητής της ηθικής ζωής, αλλά ένας ονειροπόλος αναμορφωτής της.

Βιβλιογραφία
1. Αλαίν ντε Μπενουά, Η Γενεαλογία της Ηθικής του Nietzsche, Ελεύθερη Σκέψη, Αθήνα 1981
2. Βαλιάνος Π.,Φιλοσοφία στην Ευρώπη, ΕΑΠ, Πάτρα 2001
3. Πελεγρίνης Θ., Αρχές Φιλοσοφίας, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2002
4. Το Χρονικό της Ανθρωπότητας, Δομική, Αθήνα, σ.820